Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Μάθημα από την κουκουβάγια

Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος

Στα κείμενα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου μαζί με τα βαθιά θεολογικά νοήματα περιέχονται συχνά και διδακτικά παραδείγματα από φανταστικά, υποτιθέμενα περιστατικά. Ένα τέτοιο παρουσιάζουμε στη συνέχεια.

Κάποιος λοιπόν χλεύαζε μια κουκουβάγια για μερικά από τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, που τη διαφοροποιούν από τα άλλα πουλιά. Απαριθμούσε ένα - ένα από αυτά. Η κουκουβάγια, αντί να τα παραδεχθεί, προσπαθούσε να τα δικαιολογήσει και να τα αντικρούσει με εύστοχο λόγο και λογικοφανή επιχειρήματα.

-Τι μεγάλο κεφάλι που έχεις! Είσαι κεφάλα!

-Του Δία το κεφάλι να δεις τι μεγάλο που είναι, απαντά η κουκουβάγια.

-Τι γαλαζωπά μάτια που έχεις!

-Αυτά τα μάτια μου είναι όπως της γαλαζομάτας Αθηνάς.

-Και η φωνή σου είναι λυπητερή, θλιβερή και στριγγιά, όχι ευχάριστη.

-Η φωνή όμως της καρακάξας είναι πιο άσχημη, ανταπαντά πάλι η κουκουβάγια.

-Πω πω και κάτι ψιλοπόδαρα που έχεις!

-Ναι, έτσι είναι τα δικά μου πόδια, αλλά του ψαρονιού πώς σου φαίνονται;

-Πρόσεξε, σοφή μου, της λέει στο τέλος ο συνομιλητής της, ότι από αυτά ένα μόνο ελάττωμα έχει το καθένα τους. Εσύ όμως τα έχεις όλα μαζί και σε μεγάλο βαθμό, κουκουβάγια μεγαλοκέφαλη, με τα γαλαζωπά σου μάτια και τη στριγγόφωνη, λυπητερή φωνή σου, κουκουβάγια μου ψιλοπόδαρη.

Σκόνταψε η ταλαίπωρη κουκουβάγια και δεν ήξερε τι να απαντήσει. (Γρηγορίου Θεολόγου, Ποίημα ΚΗ΄, Κατά πλουτούντων, στιχ. 235-262, ΕΠΕ, τόμος 9ος, σελ. 362)

Ας μη δικαιολογούμαστε, όπως η κουκουβάγια, με λογικοφανή επιχειρήματα ή με διάφορα ευφυολογήματα, όταν μας υποδεικνύονται τα ελαττώματά μας. Ούτε να αντιδρούμε με λόγους αποστομωτικούς και γλώσσα γεμάτη από αντιρρήσεις. «Το μάτι βλέπει τα άλλα, τα ξένα, δε βλέπει τον εαυτό του, ούτε όμως και τα άλλα βλέπει σωστά, εάν αρρωστήσει υπερβολικά. Το χέρι έχει ανάγκη από άλλο χέρι, και το πόδι από το άλλο πόδι» (Γρηγόριος Θεολόγος). Και ο καθένας μας έχει ανάγκη από κάποιο σύμβουλο για να αποκτήσει την αληθινή γνώση του εαυτού του και προχωρήσει κατόπιν και στη διόρθωση των ελαττωμάτων του. Διότι θα δώσουμε λόγο για τον εαυτό μας και όχι για τους άλλους.

Η Φιλοπτωχεία (ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ)

Δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει κανείς την υψηλότερη απ’ όλες τις αρετές και να της δώσει το πρωτείο και το βραβείο, όπως ακριβώς δεν είναι εύκολο να βρει μέσα σ’ ένα ολάνθιστο και μοσχοβόλο λιβάδι το πιο ωραίο κι ευωδιαστό λουλούδι, καθώς πότε το ένα και πότε το άλλο του τραβάει την προσοχή και τον προκαλεί να το κόψει πρώτο.

Έτσι, λοιπόν, σκέφτομαι ότι καλές αρετές είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Και μάρτυρας για την πίστη είναι ο Αβραάμ, που δικαιώθηκε από την πίστη του· μάρτυρες για την ελπίδα είναι ο Ενώς, που πρώτος στήριξε την ελπίδα του στην επίκληση του Κυρίου, και όλοι οι δίκαιοι, που κακοπαθούν με την ελπίδα της σωτηρίας· μάρτυρες για την αγάπη, τέλος, είναι ο απόστολος Παύλος, που έφτασε στο σημείο να εύχεται τη δική του απώλεια για χάρη των αδελφών του Ισραηλιτών, και ο ίδιος ο Θεός, που ονομάζεται αγάπη (Α’ Ιω. 4:8).

Καλή είναι η φιλοξενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι από τους δικαίους ο Λωτ, ο Σοδομίτης στη διαμονή μα όχι Σοδομίτης στη διαγωγή, και από τους αμαρτωλούς η Ραάβ, η πόρνη στο σώμα μα όχι πόρνη στην προαίρεση, που επαινέθηκε και σώθηκε για τη φιλοξενία (Ιησ. Ναυή 2:1-21).

Καλή είναι η μακροθυμία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο ίδιος ο Χριστός, που δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει τις λεγεώνες των αγγέλων Του εναντίον των βασανιστών Του και όχι μόνο μάλωσε τον Πέτρο, όταν τράβηξε το μαχαίρι του, μα και το αυτί, που είχε κόψει εκείνος, το έβαλε πάλι στη θέση του. Το ίδιο έκανε αργότερα και ο Στέφανος, ο μαθητής του Χριστού, που προσευχόταν για κείνους που τον λιθοβολούσαν.

Καλή είναι η πραότητα. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι ο Μωυσής και ο Δαβίδ, που πάνω απ’ όλα ως πράοι μαρτυρήθηκαν απ’ τη Γραφή, καθώς και ο Διδάσκαλός τους, ο θεάνθρωπος Ιησούς, που ούτε φιλονικούσε ούτε κραύγαζε, ούτε ξεφώνιζε στις πλατείες ούτε αντιστεκόταν σ’ εκείνους που Τον είχαν συλλάβει.

Καλές είναι η προσευχή και η αγρυπνία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο Κύριος, που πριν το πάθος Του αγρυπνούσε και προσευχόταν.

Καλές είναι η αγνεία και η παρθενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Παύλος, που τις θεσμοθέτησε, βραβεύοντας δίκαια και το γάμο και την αγαμία, όσο και ο ίδιος ο Ιησούς, που γεννήθηκε από Παρθένο, για να τιμήσει τη γέννηση μα να προτιμήσει την παρθενία.

Καλή είναι η ταπεινοφροσύνη. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι πολλοί, με κυριότερο πάλι το Σωτήρα και Κύριο των όλων, που ταπεινώθηκε, όχι μόνο παίρνοντας μορφή δούλου, παραδίνοντας το πρόσωπό Του στην ντροπή και στα φτυσίματα και συναριθμώντας τον εαυτό Του με τους παρανόμους. Εκείνος, που καθαρίζει τον κόσμο από την αμαρτία, αλλά και πλένοντας τα πόδια των μαθητών Του σαν υπηρέτης.

Καλή είναι η ακτημοσύνη και η περιφρόνηση των χρημάτων. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Ζακχαίος, που, μόλις μπήκε ο Χριστός στο σπίτι του, μοίρασε σχεδόν όλα τα υπάρχοντά του, όσο και πάλι ο ίδιος ο Κύριος, που, μιλώντας στον πλούσιο εκείνο νέο, περιόρισε την τελειότητα σ’ αυτό ακριβώς το πράγμα (Ματθ. 19:21).

Κοντολογίς, καλή είναι η θεωρία, καλή είναι και η πράξη· η θεωρία γιατί μας ανυψώνει από τα γήινα, μας οδηγεί στα άγια των αγίων και επαναφέρει το νου στην αρχική φυσική του κατάσταση, και η πράξη γιατί υποδέχεται το Χριστό, Τον υπηρετεί και αποδεικνύει με τα έργα την αγάπη.

Κάθε αρετή είναι κι ένας δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία, σε κάποιον απ’ τους αιώνιους και μακάριους τόπους. Γιατί, όπως υπάρχουν πολλοί τρόποι ζωής έτσι υπάρχουν και πολλοί τόποι κοντά στο Θεό, που χωρίζονται και μοιράζονται ανάλογα με την αξία του καθενός. Και άλλος ας ασκήσει τη μία αρετή, άλλος την άλλη, άλλος πολλές μαζί και άλλος όλες, αν βέβαια τούτο είναι δυνατό. Φτάνει μόνο να προχωράει κανείς και να επιδιώκει το ανώτερο, ακολουθώντας βήμα-βήμα Εκείνον που τον οδηγεί καλά και τον κατευθύνει και τον βάζει, μεσ’ από την στενή οδό και πύλη, στην απέραντη ουράνια μακαριότητα.

Και αν ο Παύλος, που ακολουθεί κι αυτός το Χριστό, θεωρεί την αγάπη ως την πρώτη και μεγαλύτερη εντολή, ως τη σύνοψη του νόμου και των προφητών, το καλύτερο μέρος της θεωρώ πως είναι η αγάπη στους φτωχούς και, γενικότερα, η ευσπλαχνία και η συμπάθεια στους συνανθρώπους. Γιατί τίποτ’ άλλο δεν ευχαριστεί τόσο πολύ το Θεό και τίποτ’ άλλο δεν Του είναι τόσο αγαπητό όσο η ευσπλαχνία. Αυτή, μαζί με την αλήθεια, πηγαίνει μπροστά Του και αυτή πρέπει να Του προσφερθεί πριν την Κρίση. Μα και σε τίποτ’ άλλο δεν δίνεται ως ανταπόδοση από Εκείνον, που κρίνει με δικαιοσύνη και ζυγίζει με ακρίβεια την ευσπλαχνία, όσο στη φιλανθρωπία η φιλανθρωπία.

Σ’ όλους, λοιπόν, τους φτωχούς και σ’ εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο κακοπαθούν, οφείλουμε να δείχνουμε ευσπλαχνία, σύμφωνα με την εντολή: «Να μετέχετε στη χαρά όσων χαίρονται και στη λύπη όσων λυπούνται» (Ρωμ. 12:15). Και οφείλουμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους, ως άνθρωποι κι εμείς, την εκδήλωση της καλοσύνης μας, όταν τη χρειάζονται, χτυπημένοι από κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ή ορφάνια ή ξενητιά ή σκληρά αφεντικά ή άδικους άρχοντες ή άσπλαχνους φοροεισπράκτορες ή φονικούς ληστές ή άπληστους κλέφτες ή δήμευση περιουσίας ή ναυάγιο. Όλοι είναι αξιολύπητοι. Όλοι βλέπουν τα χέρια μας, όπως εμείς βλέπουμε τα χέρια του Θεού.

Τι θα κάνουμε, λοιπόν, εμείς που έχουμε τιμηθεί με το μεγάλο όνομα ‘’χριστιανοί’’ και αποτελούμε τον διαλεχτό και ξεχωριστό λαό, ο οποίος οφείλει να καταγίνεται σε καλά και σωτήρια έργα; Τι θα κάνουμε εμείς οι μαθητές του πράου και φιλάνθρωπου Ιησού, που σήκωσε τις αμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας την ανθρώπινη φύση μας, κι έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη θεότητα; Τι θα κάνουμε, έχοντας μπροστά μας ένα τόσο μεγάλο υπόδειγμα ευσπλαχνίας και συμπάθειας; Θα παραβλέψουμε τους συνανθρώπους μας; Θα τους περιφρονήσουμε; Θα τους εγκαταλείψουμε; Κάθε άλλο, αδελφοί μου. Αυτά δεν ταιριάζουν σ’ εμάς, τους θρεμμένους από το Χριστό, τον καλό ποιμένα, που φέρνει πίσω το πλανεμένο πρόβατο και ψάχνει να βρει το χαμένο και στηρίζει το ασθενικό. Μα δεν ταιριάζουν ούτε στην ανθρώπινη φύση μας, που επιβάλλει τη συμπάθεια, αφού από την ίδια της την αδυναμία έμαθε την ευσέβεια και τη φιλανθρωπία.

Γιατί, μολαταύτα, δεν βοηθάμε τους συνανθρώπους μας, όσο είναι ακόμα καιρός; Γιατί εμείς ζούμε μέσα στην απόλαυση, ενώ οι αδελφοί μας μέσα στη δυστυχία; Ποτέ να μην πλουτίσω, αν αυτοί στερούνται! Ποτέ να μην έχω υγεία, αν δεν βάλω βάλσαμο στις πληγές τους! Ποτέ να μη χορτάσω, ποτέ να μην ντυθώ, ποτέ να μην ησυχάσω μέσα σε σπίτι, αν δεν τους δώσω ψωμί και ρούχα, όσα μπορώ, κι αν δεν τους ξεκουράσω μέσα στο σπίτι μου.

Ας τ’ αναθέσουμε όλα στο Χριστό, για να τον ακολουθήσουμε αληθινά, σηκώνοντας το σταυρό Του, για ν’ ανεβούμε στον επουράνιο κόσμο ανάλαφρα και άνετα, χωρίς τίποτα να μας τραβάει προς τα κάτω, και για να κερδίσουμε στη θέση όλων αυτών το Χριστό, ανεβασμένοι χάρη στην ταπείνωσή μας και πλουτισμένοι χάρη στη φτώχεια μας. Ή, τουλάχιστον, ας μοιραστούμε με το Χριστό τα υπάρχοντά μας, για ν’ αγιαστούν κάπως με τη σωστή κατοχή τους και την προσφορά μεριδίου τους στους φτωχούς.

Δεν θα συνέλθουμε, έστω και αργά; Δεν θα νικήσουμε την αναισθησία μας, για να μην πω την τσιγκουνιά μας; Δεν θα σκεφτούμε ως άνθρωποι; Δεν θα βάλουμε νοερά στη θέση των ξένων συμφορών τις πιθανές δικές μας;

Γιατί, στ’ αλήθεια, τίποτε από τ’ ανθρώπινα δεν είναι βέβαιο, τίποτε δεν είναι σταθερό, τίποτε δεν είναι ανεξάρτητο από άλλους παράγοντες, τίποτε δεν στηρίζεται σε αμετάβλητες προϋποθέσεις. Η ζωή μας γυρίζει σε κύκλο, έναν κύκλο που φέρνει πολλές μεταβολές, συχνά μέσα σε μια μέρα, κάποτε και μέσα σε μιαν ώρα. Πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται κανείς τον άνεμο, που κινείται ακατάπαυστα, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τη γραμμή, που αφήνει πάνω στα νερά ένα ποντοπόρο πλοίο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τ’ απατηλά όνειρα μιας νύχτας, που η απόλαυσή τους κρατάει τόσο λίγο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται όσα χαράζουν τα παιδιά πάνω στην άμμο, όταν παίζουν, παρά την ανθρώπινη ευτυχία.

Είναι, λοιπόν, συνετοί εκείνοι, που, μην έχοντας εμπιστοσύνη στα τωρινά, φροντίζουν να εξασφαλιστούν για το μέλλον. Επειδή η ανθρώπινη ευημερία είναι άστατη και μεταβλητή, αγαπούν την καλοσύνη, που δεν χάνεται, για να κερδίσουν τουλάχιστο το ένα από τα τρία: ή να μην κάνουν τίποτα το κακό, επειδή η καλοσύνη τους προκαλεί τη συμπάθεια του Θεού, ο οποίος πολλές φορές ευεργετεί στον ουρανό τους ευσεβείς για τις επίγειες αγαθοεργίες τους· ή να έχουν θάρρος ενώπιον του Θεού, επειδή κακοπάθησαν όχι για κάποια κακία, αλλά για κάποιον άλλο σκοπό· ή, τέλος, όντας φιλάνθρωποι, να απαιτούν από το Θεό σαν οφειλόμενη τη φιλανθρωπία, την οποία έδειξαν πρώτα εκείνοι στους φτωχούς, ενεργώντας έξυπνα.

«Ας μην καυχιέται ο σοφός τη σοφία του, λέει ο Κύριος, μήτε ο δυνατός για τη δύναμή του μήτε ο πλούσιος για τον πλούτο του» (Ιερ. 9:23), έστω κι αν έχουν φτάσει στο ύψιστο σημείο σοφίας, δυνάμεως ή πλούτου. Εγώ, όμως, θα προσθέσω κι εκείνα που ακολουθούν: Ας μην καυχιέται μήτε ο περίβλεπτος για τη δόξα του μήτε ο γερός για την υγεία του μήτε ο όμορφος για την ομορφιά του μήτε ο νέος για τα νιάτα του μήτε, κοντολογίς, άλλος κανένας για οτιδήποτε απ’ όσα παινεύονται στον κόσμο τούτο και προξενούν την υπερηφάνεια. Αλλά, όποιος καυχιέται, μόνο γι’ αυτό ας καυχιέται, για το ότι γνωρίζει και ζητάει το Θεό, υποφέρει μαζί μ’ εκείνους που υποφέρουν και αποθέτει τις ελπίδες του για τα καλά στο μέλλον. Γιατί τα τωρινά αγαθά είναι ρευστά και πρόσκαιρα. Συνεχώς μετακινούνται και πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, όπως η μπάλα στο ποδόσφαιρο. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο σίγουρο για τον άνθρωπο που τα κατέχει, από το ότι θα τα χάσει με το χρόνο ή από το φθόνο. Απεναντίας, τα μελλοντικά αγαθά είναι σταθερά και μόνιμα. Ποτέ δεν χάνονται, ποτέ δεν πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, ποτέ δεν διαψεύδουν τις ελπίδες όσων τα εμπιστεύονται.

«Ποιος είναι σοφός, για να τα καταλάβει αυτά;» (Ωσ. 14:10). Ποιος θ’ αδιαφορήσει για τα εφήμερα και θα προσέξει τα μόνιμα; Ποιος θα συλλογιστεί ότι τα τωρινά θα περάσουν; Ποιος θ’ αναλογιστεί ότι τα αναμενόμενα θα μείνουν; Ποιος θα ξεχωρίσει τα πραγματικά απ’ τα φαινομενικά, για ν’ ακολουθήσει τα πρώτα και να περιφρονήσει τα δεύτερα; Ποιος θα ξεχωρίσει την επίγεια διαμονή από την επουράνια πολιτεία, την παροικία από την κατοικία, το σκοτάδι από το φως, τη λάσπη του βυθού από τα άγια χώματα, τη σάρκα από το πνεύμα, το Θεό από τον κοσμοκράτορα διάβολο, τη σκιά του θανάτου από την αιώνια ζωή; Ποιος θα εξαγοράσει με τα παρόντα το μέλλον, με τον φθαρτό πλούτο τον άφθαρτο, με τα ορατά τα αόρατα;

Μακάριος, λοιπόν, είναι εκείνος που τα διακρίνει αυτά, χωρίζει με το μαχαίρι του Λόγου το καλύτερο από το χειρότερο, ανυψώνεται με την καρδιά του, όπως λέει κάπου ο ιερός Δαβίδ (Ψαλμ. 83:6), φεύγει μ’ όλη του τη δύναμη μακριά από την κοιλάδα τούτη της οδύνης, επιδιώκει τα αγαθά που βρίσκονται στον ουρανό, σταυρώνεται για τον κόσμο μαζί με το Χριστό, ανασταίνεται μαζί με το Χριστό, ανεβαίνει στα επουράνια σκηνώματα μαζί με το Χριστό και γίνεται κληρονόμος της αληθινής ζωής, που δεν μεταβάλλεται ποτέ πια.

Ας ακολουθήσουμε το Λόγο, ας επιδιώξουμε την ουράνια απόλαυση, ας απαλλαγούμε από την επίγεια περιουσία. Ας κρατήσουμε από τα γήινα μόνο όσα είναι καλά, ας σώσουμε τις ψυχές μας με ελεημοσύνες, ας δώσουμε από τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, για να γίνουμε πλούσιοι σε αιώνια αγαθά. Δώσε κάτι και στην ψυχή, όχι στη σάρκα μονάχα. Δώσε κάτι και στο Θεό, όχι στον κόσμο μονάχα. Πάρε κάτι απ’ την κοιλιά και δώσ’ το στο πνεύμα. Πάρε κάτι απ’ τη φωτιά, που κατακαίει τα γήινα, και ξεμάκρυνέ το από τη φλόγα. Άρπαξε κάτι από τον τύραννο κι εμπιστέψου το στον Κύριο. Δώσε λίγο σ’ Εκείνον, που σου έχει προσφέρει το πολύ. Δώσε τα και όλα ακόμα σ’ Εκείνον, που σου τα έχει χαρίσει όλα. Ποτέ δεν θα ξεπεράσεις στη γενναιοδωρία το Θεό, έστω κι αν χαρίσεις όλα σου τα υπάρχοντα, έστω κι αν προσθέσεις σ’ αυτά και τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί και του εαυτού σου η προσφορά στο Θεό ισοδυναμεί με απόκτηση. Όσα κι αν προσφέρεις, εκείνα που μένουν είναι περισσότερα. Και δεν θα δώσεις τίποτα δικό σου, γιατί όλα τα έχεις πάρει από το Θεό.

Ας μη γίνουμε, αγαπητοί μου φίλοι και αδελφοί, κακοί διαχειριστές των αγαθών που μας δόθηκαν. Ας μην κοπιάζουμε για να θησαυρίζουμε και ν’ αποταμιεύουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείνα. Ας μιμηθούμε τον ανώτατο και κορυφαίο νόμο του Θεού, που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επίσης για όλους. Αυτός έκανε τη γη ευρύχωρη για όλα τα χερσαία ζώα, δημιούργησε πηγές, ποτάμια, δάση, αέρα για τα φτερωτά και νερά για τα υδρόβια, και έδωσε σ’ όλα τα όντα άφθονα τα απαραίτητα για τη ζωή τους στοιχεία, χωρίς να τα περιορίζει καμιά εξουσία, χωρίς να τα καθορίζει κανένας γραπτός νόμος, χωρίς να τα εμποδίζουν σύνορα. Και αυτά τα στοιχεία τα παρέδωσε κοινά και πλούσια, χωρίς διάκριση ή περικοπή, τιμώντας την ομοιότητα της φύσεως με την ισότητα της δωρεάς και δείχνοντας τον πλούτο της αγαθότητός Του.

Οι άνθρωποι, όμως, αφότου έβγαλαν από τη γη το χρυσάφι, το ασήμι και τα πολύτιμα πετράδια, αφότου έφτιαξαν ρούχα μαλακά και περιττά και αφότου απέκτησαν άλλα παρόμοια πράγματα, που αποτελούν αιτίες πολέμων και επαναστάσεων και τυραννικών καθεστώτων, κυριεύθηκαν από παράλογη υπεροψία. Έτσι, δεν δείχνουν ευσπλαχνία στους δυστυχισμένους συνανθρώπους τους και δεν θέλουν ούτε με τα περίσσια τους να δώσουν στους άλλους τα αναγκαία. Τι βαναυσότητα! Τι σκληρότητα! Δεν σκέφτονται, αν όχι τίποτ’ άλλο, πως η φτώχεια και ο πλούτος, η ελευθερία και η δουλεία και τ’ άλλα παρόμοια, εμφανίστηκαν στο ανθρώπινο γένος μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, σαν αρρώστιες που εκδηλώνονται μαζί με την κακία και που είναι δικές της επινοήσεις. Αρχικά, όμως, δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, λέει η Γραφή (Ματθ. 19:8), αλλά Εκείνος που έπλασε εξαρχής τον άνθρωπο, τον άφησε ελεύθερο, αυτεξούσιο – συγκρατημένο μόνο από το νόμο της εντολής – και πλούσιο μέσα στον παράδεισο της τρυφής. Αυτή την ελευθερία κι αυτόν τον πλούτο θέλησε να χαρίσει – και χάρισε – ο Θεός, μέσω του πρώτου ανθρώπου, και στο υπόλοιπο ανθρώπινο γένος. Ελευθερία και πλούτος ήταν μόνο η τήρηση της εντολής. Φτώχεια αληθινή και δουλεία ήταν η παράβασή της.

Μετά την παράβαση, λοιπόν, εμφανίστηκαν οι φθόνοι και οι φιλονικίες και η δολερή τυραννία του διαβόλου, που παρασύρει πάντα με τη λαιμαργία της ηδονής και ξεσηκώνει τους πιο τολμηρούς ενάντια στους πιο αδύνατους. Μετά την παράβαση, το ανθρώπινο γένος χωρίστηκε σε διάφορες φυλές με διάφορα ονόματα και η πλεονεξία κατακερμάτισε την ευγένεια της φύσεως, αφού πήρε και το νόμο βοηθό της.

Εσύ, όμως, να κοιτάς την αρχική ενότητα και ισότητα, όχι την τελική διαίρεση· όχι το νόμο που επικράτησε, αλλά το νόμο του Δημιουργού. Βοήθησε, όσο μπορείς, τη φύση, τίμησε την πρότερη ελευθερία, δείξε σεβασμό στον εαυτό σου, συγκάλυψε την ατιμία του γένους σου, παραστάσου στην αρρώστια, σύντρεξε στην ανάγκη.

Παρηγόρησε ο γερός τον άρρωστο, ο πλούσιος τον φτωχό, ο όρθιος τον πεσμένο, ο χαρούμενος τον λυπημένο, ο ευτυχισμένος τον δυστυχισμένο.

Δώσε κάτι στο Θεό ως δώρο ευχαριστήριο, για το ότι είσαι ένας απ’ αυτούς που μπορούν να ευεργετούν και όχι απ’ αυτούς που έχουν ανάγκη να ευεργετούνται, για το ότι δεν περιμένεις εσύ βοήθεια από τα χέρια άλλων, αλλ’ από τα δικά σου χέρια περιμένουν άλλοι βοήθεια.

Πλούτισε όχι μόνο σε περιουσία, μα και σε ευσέβεια, όχι μόνο σε χρυσάφι, μα και σε αρετή, ή καλύτερα μόνο σε αρετή.

Γίνε πιο τίμιος από τον πλησίον με την επίδειξη περισσότερης καλοσύνης. Γίνε θεός για τον δυστυχισμένο με τη μίμηση της ευσπλαχνίας του Θεού.

Δώσε κάτι, έστω και ελάχιστο, σ’ εκείνον που έχει ανάγκη. Γιατί και το ελάχιστο δεν είναι ασήμαντο για τον άνθρωπο που όλα τα στερείται, μα ούτε και για το Θεό, εφόσον είναι ανάλογο με τις δυνατότητές σου. Αντί για μεγάλη προσφορά, δώσε την προθυμία σου. Κι αν δεν έχεις τίποτα, δάκρυσε. Η ολόψυχη συμπάθεια είναι μεγάλο φάρμακο γι’ αυτόν που δυστυχεί. Η αληθινή συμπόνια ανακουφίζει πολύ από τη συμφορά.

Δεν έχει μικρότερη αξία, αδελφέ μου, ο άνθρωπος από το ζώο, που, αν χαθεί ή πέσει σε χαντάκι, σε προστάζει ο νόμος να το σηκώσεις και να το περιμαζέψεις (Δευτ. 22:1-4). Πόση ευσπλαχνία, επομένως, οφείλουμε να δείχνουμε στους συνανθρώπους μας, όταν ακόμα και με τ’ άλογα ζώα έχουμε χρέος να είμαστε πονετικοί;

«Δανείζει το Θεό όποιος ελεεί φτωχό», λέει η Γραφή (Παροιμ. 19:17). Ποιος δεν δέχεται τέτοιον οφειλέτη, που, εκτός από το δάνειο, θα δώσει και τόκους, όταν έρθει ο καιρός; Και αλλού πάλι λέει: «Με τις ελεημοσύνες και με την τιμιότητα καθαρίζονται οι αμαρτίες» (Παροιμ. 15:27α).

Ας καθαριστούμε, λοιπόν, με την ελεημοσύνη, ας πλύνουμε με το καλό βοτάνι τις βρωμιές και τους λεκέδες μας, ας γίνουμε άσπροι, άλλοι σαν το μαλλί και άλλοι σαν το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία του ο καθένας. «Μακάριοι», λέει, «όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεός Του» (Ματθ. 5:7). Το έλεος υπογραμμίζεται στους μακαρισμούς. Και αλλού: «Μακάριος είν’ εκείνος που σπλαχνίζεται τον φτωχό και τον στερημένο» (Ψαλμ. 40:2). Και: «Αγαθός άνθρωπος είν’ εκείνος που συμπονάει τους άλλους και τους δανείζει» (Ψαλμ. 111:5). Και: «Παντοτινά ελεεί και δανείζει ο δίκαιος» (Ψαλμ. 36:26). Ας αρπάξουμε το μακαρισμό, ας τον κατανοήσουμε, ας ανταποκριθούμε στην κλήση του, ας γίνουμε αγαθοί άνθρωποι. Ούτε η νύχτα να μη διακόψει τη ελεημοσύνη σου. «Μην πεις. ‘’Φύγε τώρα και έλα πάλι αύριο να σου δώσω βοήθεια’’» (Παροιμ. 3:28), γιατί μπορεί από σήμερα ως αύριο να συμβεί κάτι, που θα ματαιώσει την ευεργεσία. Η φιλανθρωπία είναι το μόνο πράγμα που δεν παίρνει αναβολή. «Μοίραζε το ψωμί σου σ’ εκείνους που δεν έχουν στέγη» (Ησ. 58:7). Και αυτά να τα κάνεις με προθυμία. «Όποιος ελεεί», λέει ο απόστολος, «ας το κάνει με ευχαρίστηση και γλυκύτητα» (Ρωμ. 12:8). Με την προθυμία, το καλό σου λογαριάζεται σαν διπλό. Η ελεημοσύνη που γίνεται με στενοχώρια ή εξαναγκασμό, είναι άχαρη και άνοστη. Να πανηγυρίζουμε πρέπει, όχι να θρηνούμε, όταν κάνουμε καλοσύνες.

Μήπως νομίζεις πως η φιλανθρωπία δεν είναι αναγκαία, αλλά προαιρετική; Μήπως νομίζεις πως δεν αποτελεί νόμο, αλλά συμβουλή και προτροπή; Πολύ θα το ‘θελα κι εγώ έτσι να είναι. Και έτσι το νόμιζα. Μα με φοβίζουν όσα λέει η Γραφή για εκείνους που, την ημέρα της Κρίσεως, ο Δίκαιος Κριτής βάζει στ’ αριστερά Του, σαν κατσίκια, και τους καταδικάζει (Ματθ. 25:31-46). Αυτοί δεν καταδικάζονται γιατί έκλεψαν ή λήστεψαν ή ασέλγησαν ή έκαναν οτιδήποτε άλλο απ’ όσα απαγορεύει ο Θεός, αλλά γιατί δεν έδειξαν φροντίδα για το Χριστό μέσω των δυστυχισμένων ανθρώπων.

Όσο είναι καιρός, λοιπόν, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον περιποιηθούμε, ας Τον θρέψουμε, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε, ας Τον τιμήσουμε. Όχι μόνο με τραπέζι, όπως μερικοί, όχι μόνο με μύρα, όπως η Μαρία, όχι μόνο με τάφο, όπως ο Αριμαθαίος Ιωσήφ, όχι μόνο με ενταφιασμό, όπως ο φιλόχριστος Νικόδημος, όχι μόνο με χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, όπως οι μάγοι πρωτύτερα. Μα επειδή ο Κύριος των όλων θέλει έλεος και όχι θυσία και επειδή η ευσπλαχνία είναι καλύτερη από τη θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων αρνιών, ας Του την προσφέρουμε μέσου εκείνων που έχουν ανάγκη, μέσω εκείνων που βρίσκονται σήμερα σε δεινή θέση, για να μας υποδεχθούν στην ουράνια βασιλεία, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο και πάμε κοντά στον Κύριο μας, το Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες.


ΤΙ ΛΕΓΟΥΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ

«Ὁ Στάρετς Παρθένιος ἔλεγε πῶς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἐξουθενώνει τήν σάρκα περισσότερο ἀπό τήν νηστεία καί τίς ἄλλες ἀσκήσεις. Γιά ὅποιον τόν ἀπέκτησε δέν ὑπάρχουν πάνω στή γῆ οὔτε θλιβερά οὔτε εὐχάριστα πράγματα.

Ο ΑΒΒΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ

Τό ἀναμένο λυχνάρι σκορπίζει τό σκοτάδι ἔλεγε ὁ ἀββᾶς, καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ διώχνει τά σκοτάδια τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς καί τήν διδάσκει τίς θεῖες έντολές.

Ο ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀρετῆς πού γεννᾶται ἀπό τήν πίστη καί σπέρνεται στήν καρδιά, πού καταγίνεται στά τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς.

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι γέννημα τῆς πίστεως καί προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς προκοπῆς. Ὅταν ἐγκατασταθεῖ στήν καρδιά, σάν τόν καλό νοικοκύρη τά τακτοποιεῖ ὅλα. Ἀπό τό φόβο τοῦ Θεοῦ γενιέται ἡ μετάνοια, ἡ συντριβή, τό πένθος γιά τίς ἁμαρτίες. Μακάρι τό αἴσθημα αὐτό, ὁ πρόδρομος τῆς σωτηρίας νά μήν ἀπομακρύνεται ποτέ ἀπό τήν καρδιά.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

Ὅπως ἡ ἡλιακή ἀκτίνα, πού εἰσχωρεῖ ἀπό κάποιο ἄνοιγμα στό σπίτι, τό φωτίζει τόσο, ὥστε νά διακρίνεται καί ἡ πιό λεπτή σκόνη, πού αἰωρεῖται στόν ἀέρα, ἔτσι καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἰσερχόμενος στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φανερώνει ὅλα τά ἁμαρτήματά της.

Ο ΑΒΒΑΣ ΑΜΜΩΝΑΣ

Ἡ προσευχή στά λόγια τοῦ Θεοῦ γεννᾶ στήν ψυχή τόν θεῖο φόβο, ἐνῶ ἡ περιφρόνηση τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως διώχνει μακριά ἀπό τήν καρδιά τίς ἀρετές.

ΤΙ ΛΕΓΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

«Μοιάζει ἡ Ἐκκλησία μέ γυναίκα πού ξέπεσε ἀπό τήν παλιά της μεγαλοπρέπεια καί διατηρεῖ μόνο τά σύμβολα. Ἔχει καί τίς θῆκες καί τά κιβώτιά της γεμάτα ἀπό κοσμήματα, ἀλλά ἔχασε τόν πλοῦτο, ὄχι ἀπό ἀμέλεια Ἐκείνου πού τήν στόλισε ἀπό τήν ἀρχή, ἀλλά ἀπό τήν κακία καί τήν ἀδιαφορία αὐτῶν (τῶν ἱερωμένων) πού μεταχειρίζονται τίς ὑποθέσεις της ὄχι ὅπως πρέπει».

(Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, ἐπιστολή ΥΗ)

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Γιά νά κατορθώσεις νά ἀποκτήσεις τό πᾶν

μήν ἐπιθυμήσεις τίποτα.

Γιά νά κατορθώσεις νά ἀποκτήσεις τό πᾶν

μήν κατέχεις τίποτα, ὁ,τιδήποτε κι’ἄν εἶναι αὐτό.

Γιά νά κατορθώσεις νά μάθεις τό πᾶν

μήν προσπαθήσεις νά μάθεις τίποτα.

Γιά νά κατορθώσεις νά γίνεις τό πᾶν

μήν ἐπιθυμήσεις νά γίνεις τίποτα.

Γιά νά κατορθώσεις νά φθάσεις ὅπου σοῦ ἀρέσει

πρέπει νά περάσεις ἀπό ὅπου δέν σοῦ ἀρέσει.

Γιά νά κατορθώσεις νά φθάσειςαὐτό πού δέν γνωρίζεις

πρέπει νά περάσεις ἀπό ὅπου δέν γνωρίζεις.

Γιά νά κατορθώσεις νά φθάσεις σ’αὐτό πού δέν κατέχεις πρέπει νά περάσεις ἀπό αὐτό πού δέν κατέχεις.

Γιά νά φθάσεις σέ ὅ,τι δέν εἶσαι

πρέπει νά περάσεις ἀπό ὅ,τι δέν εἶσαι.

Γιά νά φθάσεις στήν τελεία ἡρεμία καί γαλήνη

πρέπει νά μήν ἐπιθυμεῖς τίποτα.

Γιά νά φθάσεις στήν ταπείνωση

παύεις νά κυνηγᾶς τό πᾶν

γιατί κατέχεις τό πᾶν, τό Θεό.

Γιά νά κατέχεις τό Θεό

πρέπει ὁ θησαυρός τῆς ψυχῆς σου νά εἶναι

ἁγνός χωρίς καμμιά ἐπιθυμία.

Γιά νά κατέχεις τόν σταυρό τοῦ Κυρίου

εἶσαι στερημένος ἀπό ὅλα ὅσα ἐπιθυμεῖ ὁ κόσμος.

Γιά νά ὑψωθεῖς στόν Θεό

πρέπει νά ἀπογυμνωθείς ἀπό ὅλες τίς ἐπιθυμίες σου

καί τότε θά πίνεις τό νερό τῆς σοφίας,

τῆς ἀγάπης καί τῆς γλυκύτητάς Του.

Γιά νά φθάσεις στήν ἀληθινή προσευχή

εἰσχωρεῖς στόν οὐρανό τοῦ Θεοῦ

καί ξεπερνᾶς τόν χρόνο καί ἡ ψυχή ἑνώνεται

μέ τόν Θεό μέ οὐράνια γνώση.

Γιά νά εἶναι ἡ ψυχή σου καθαρή

πρέπει νά εἶναι ἁγνή γιά νά δεχθεῖ τό θεϊκό φῶς

ὥστε ὁ νοῦς νά γίνει φωτεινός.

Γιά νά εἶναι ἡ ψυχή σου γεμάτη θεϊκή γαλήνη

δέν πρέπει νά περιβάλλεται ἀπό σκέψεις

πού διασποῦν τήν ἡρεμία της.

Γιά νά εἶναι ἡ ψυχή σου ταπεινή

πρέπει νά ζεῖ τήν θεϊκή ἁπλότητα

χωρίς νά ἔχεις πνευματική λαιμαργία

διότι ὁ διάβολος φέρει τό συναίσθημα τῆς αὐταρέσκειας.

Γιά νά βαδίσεις τό δρόμο τῆς πίστης

πρέπει νά ἀρνηθεῖς κάθε δική σου κρίση,

ἐπιθυμία, φαντασία γιά νά προσκοληθεῖς

ἀπόλυτα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010


Οταν αγαπάς αληθινά ποτέ δεν θυμώνεις αλλά είσαι πάντοτε ήρεμος σαν το γαλήνιο δάσος

“Πραγματικά αυτός που θυμώνει δεν παραπαίει λιγότερο από αυτούς που κατέχονται από μανία. Πρόσεξε λοιπόν ό,τι ακριβώς συμβαίνει στους τρελλούς, όταν ο δαίμονας εκείνος εισέλθει σ’αυτούς και τους κάνει παράφρονες και τους παρασύρει να κάνουν αντίθετα από όσα βλέπουν...Με τον ίδιον τρόπο και αυτοί που θυμώνουν δεν αναγνωρίζουν τους παρόντας, δεν θυμούνται τη συγγένεια, ούτε τη φιλία, ούτε το αξίωμα, ούτε αντιλαμβάνονται τίποτε άλλο, αλλά τυραννούμενοι από το θυμό τους, οδηγούνται στον γκρεμό”

ΑΓΙΟΣ ΙΩΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

“Ο θυμός είναι μέθη της ψυχής, διότι την κάμνει παράφρονα όπως ο οίνος...Σκέψου τον οργιζόμενον πως μεθά με το πάθος. Ο ίδιος δεν είναι κύριος του εαυτού του. Δεν γνωρίζει αυτούς που είναι παρόντες. Ωσάν να μάχεται μέσα στην νύχτα πιάνει το κάθε τι, σκοντάπτει σ’όλα, δεν ξέρει τι λέγει, ειναι δυσκολοσυγκράτητος. Υβρίζει, κτυπά, απειλεί, κραυγάζει, ξεσχίζεται. Να παοφεύγεις την μέθη αυτή.”

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

“ Αλλοίμονον σ’αυτούς που μεθούν όχι από κρασί, ο θυμός είναι της ψυχής και την βγάζει από τα λογικά της, όπως το κρασί.Μην πασχίζεις να είσαι εγκρατής, αφού έχεις διώξει απο μέσα σου την πραότητα. Γιατί όποιος απέχει από τα φαγητά και ποτά και θυμώνει αλόγιστα, μοιάζει με θαλασσοπόρο καράβι, που έχει το διάβολο για καπετάνιο του”.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

“ Είναι αδύνατο να οργισθή κανείς εναντίον του πλησίον, αν πρώτα δεν υπερηφανευτεί εσωτερικά απέναντι του, κι αν δεν τον περιφρονήσει και αν δεν θεωρήσει τον εαυτόν του καλύτερον από αυτόν”

ΑΒΒΑΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ

“ Ο θυμός δείχνει άνθρωπο γεμάτο από υπερηφάνεια...Λέγε μας, ω παράφρον και άσεμνε, τα ονόματα του πατέρα σου και της μητέρας σου, που κακώς σε εγέννησαν, καθώς και των βδελυκτών θυγατέρων σου... Και αυτός, ο θυμός δηλαδή, απαντώντας θα μας πεί περίπου τα εξής...Εκείνος που με εγέννησε ονομάζεται τύφος, δηλαδή έπαρσις....Μητέρα μου είναι η κενοδοξία...Οι δε θυγατέρες μου ονομάζονται μνησικακία, έχθρα, δικαιολογία και μίσος. Οι εχθροί μου από τους οποίους τώρα κρατούμαι δεμένος είναι οι αντίπαλοι των θυγατέρων μου , η αοργησία δηλαδή η πραότης. Αυτή που με επιβουλεύεται ονομάζεται ταπεινοφροσύνη...”

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

“ Η αγάπη δεν γνωρίζει να θυμώνει ή να παροξύνεται ή ναμέμφεται κάποιον με εμπάθεια”

ΟΣΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ

“Αν σε βρίσει κανείς απ’τους αδελφούς ή σε θλίψει, να προσεύχεσαι πολύ γι’αυτόν. Οπως είπαν οι Πατέρες, σαν να είναι μεγάλος σου ευεργέτης και γιατρός της φιληδονίας σου. Κάνοντας αυτά θα μειωθεί ο θυμός σου, εφ’όσον βέβαια, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, “χαλινάρι του θυμού είναι η αγάπη”.

ΑΒΒΑΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ

“Κι αν σου χρειάζεται φάρμακο μεγαλύτερο για το θυμό σου, κοίταξε τους βίους των αγίων των παλαιών και των νέων, όσοι με τη ζωή τους απόκτησαν παρρησία, ποιοί από αυτούς ήταν εξαιρετικά αγαπητοί στο Θεό, και ποιό ήταν το πρώτο ή το μεγαλύτερο που έκαναν.

Ο μέγας Μωϋσής και ο Ααρών, οι πολυαγαπημένοι...Αυτοί μαστιγωμένοι στην Αίγυπτο από τόσες πληγές, τον έβλεπαν ασωφρόνιστο, αλλ’ όμως με πραότητα αντιμετώπιζαν την θρασύτητα του Φαραώ...Είναι καλύτερο να περιφρονείς ένα θρασύ, παρά ένα πράο...

Επαινώ τον Σαμουήλ(τόν προφήτη), που δυσφορώντας για την περιφρόνηση, όταν ο Σαούλ, έσκισε το επανωφόρι του, όμως ύστερα αξιώθηκε να του ζητηθή συγνώμη. Συγχώρεσε ευθύς με το λόγο του το σφάλμα. Τι άλλο απο αυτό θα ήταν πιο ήρεμο και θεάρεστο;

Θυμήσου τον Δαβίδ και την μουσική της κιθάρας του, που με αυτήν κάποτε από το πονηρό πνεύμα του Σαούλ ελευθέρωσε. Επειτα ο Σαούλ στάθηκε αχάριστος. Φεύγοντας και περιπλανώμενος σε δρόμο με κίνδυνο της ζωής του, όταν του έπεσε στα χέρια του ο Σαούλ, τον λυπήθηκε...Και μήπως δεν ανεχόταν τον υβριστή του Σεμεΐ, που προμηνούσε απαίσια για τη θριαμβευτική είσοδο του; (ο Σεμεΐ έβριζε χυδαιότατα τον Δαβίδ και ο μακάριος Δαβίδ με απάθεια έλεγε στη συνοδεία του:αφήστε τον, ο Θεός τον έβαλε να με υβρίζει, για να δει την ταπείνωσή μου και να με ελεήσει)”

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ

Νεοελληνική απόδοση από το βιβλίο του Σεργίου Α. Νείλου. "Τα άξια υπό τον μόδιον".

Oι συμβουλές αποδίδονται σε ανώνυμο γέροντα της περίφημης μονής της Όπτινα.

Συμβουλές Γέροντος σε χριστιανούς που ζουν στον κόσμο

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ζωή μας δόθηκε μόνο και μόνο για να δοξάζουμε το Θεό, να ευεργετούμε τον πλησίον και να αγωνιζόμαστε για την απόκτηση της Βασιλείας των Ουρανών, βαδίζοντας τη «στενή» και "τεθλιμμένη" οδό που μας υποδεικνύει το Ευαγγέλιο (Ματθ. 7:14).

Ο αγώνας τής ζωής αυτής αποδεικνύεται φορτίο δυσβάστακτο για όσους δεν πιστεύουν στο Θεό. Για εκείνους όμως που εμπιστεύονται την ύπαρξή τους στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και ελπίζουν στη δική Του πρόνοια, η παρούσα ζωή γίνεται «ζυγός χρη­στός» και «φορτίον ελαφρόν» (Ματθ. 11:30).

Σας παρακαλώ, αδελφοί μου, αν θέλετε να ευαρε­στήσετε το Θεό, μην περιφρονείτε καμιά αρετή. Γιατί μπορούμε με πολλούς τρόπους να γίνουμε ευάρεστοι στο Θεό.

Η ευγενική συμπεριφορά στον πλησίον, ο παρή­γορος λόγος μας στον θλιμμένο, η υπεράσπιση τού αδικούμενου, η αντίδρασή μας στους κακούς λογι­σμούς, ο αγώνας μας στην προσευχή, η υπομονή, η ευσπλαχνία, η δικαιοσύνη και κάθε άλλη αρετή. Αυτά είναι που αναπαύουν το Θεό και προσελκύουν στην ψυχή μας τη δική Του χάρη, η οποία μας κάνει ικανούς να ξεπερνάμε και τις πλέον ανυπέρβλητες δυσκολίες τής ζωής.

Επιδιώξτε τη σωτηρία σας ευαρεστώντας το Θεό πρωτίστως με την αρετή τής αγάπης. Αυτό να είναι το μοναδικό σας μέλημα: το πώς θα γίνετε πλούσιοι σε αγάπη. Εκείνος που έχει αγάπη, έχει μέσα του τον ίδιο το Θεό.

Να ζείτε μέσα στην αγάπη τού Θεού· αυτή να είναι οδηγός σας, αυτή αναπνοή σας. «Ο Θεός, αγά­πη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α' Ιω. 4:16). Με την αγάπη τού Θεού η πικρή ζωή γίνεται γλυκιά και όμορφη.

Αν ζείτε με άλλους, διακονείστε τους πρόθυμα σαν να υπηρετείτε τον ίδιο το Θεό. Και μην απαιτεί­τε αγάπη για την αγάπη σας, μήτε την ευγνωμοσύνη για τις θυσίες που κάνετε, μήτε τον έπαινο για την ταπείνωσή σας.

Μην είστε βλοσυροί και απλησίαστοι. Συμπερι­φερθείτε σαν τα άκακα παιδιά και, αν χρειαστεί, βοη­θείστε πρόσχαρα τον πλησίον σας. Προσοχή, μην τον προσβάλετε έστω και με το βλέμμα σας. Να τον αγαπάτε ολόθερμα, γιατί η αξία του είναι ανεκτίμητη. Είναι μέλος του Χριστού. Γι' αυτόν έχυσε το αίμα Του ο Κύριος.

«Η αγάπη», λέει ο Απόστολος, «καλύψει πλήθος αμαρτιών» (Α` Πετρ. 4:8). Πότε θα συμβεί αυτό; Ό­ταν εσείς γίνετε η παρηγοριά των θλιμμένων, η ανα­ψυχή των δυστυχισμένων, ο προστάτης των φτωχών, ο κηδεμόνας των ορφανών, η ανακούφιση των ασθενών, ο χειραγωγός των πλανεμένων, ο πρόθυ­μος βοηθός κάθε χριστιανού. Γι' αυτή σας την αγάπη προς τούς ελάχιστους αδελφούς τού Χριστού, προς τα δικά Του τίμια μέλη, ο Κύριός μας θα εξαλείψει τις αμαρτίες σας και θα σας αξιώσει να Τον βλέπετε· «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α' Κορ. 13:12) στην αιώνια βασιλεία Του.

Αποφεύγετε τα λόγια και τις πράξεις που μπο­ρούν να σκανδαλίσουν ή να προσβάλουν τούς αδελ­φούς σας. Τις προσβολές όμως των άλλων εσείς να τις δέχεστε σαν δώρο Θεού. Είναι το όπλο που σας προσφέρει ο ίδιος ο Κύριος για να νεκρώσετε τα πά­θη που φωλιάζουν στην ψυχή σας.

Μην ανταποδίδετε τούς ονειδισμούς ή τις θλίψεις που τυχόν σάς προξενούν. Δείξτε υπομονή και μη θελήσετε ποτέ να πικράνετε κανένα. Να είστε τότε σίγουροι πως και το δικό σας όνομα θα συγκαταριθ­μηθεί στα ονόματα των αγίων «των γεγραμμένων εν τω βιβλίω της ζωής» (Αποκ. 21:27).

Να μη θυμάστε με λύπη το κακό που σας προξένη­σε ο αδελφός σας, για να μη θυμηθεί και ο Κύριος τις δικές σας αμαρτίες για τις οποίες σας συγχώρεσε.

Το κακό να το νικάτε με το καλό. Το κακό δεν διορ­θώνεται ποτέ με το κακό (πρβλ. Ρωμ. 12:21 ).

Πριν πείτε οτιδήποτε, σκεφθείτε μήπως με τα λό­για σας προσβάλετε το Θεό ή τον πλησίον σας.

Προτού επισκεφθείτε τον αδελφό σας, θέστε ως όρο στον εαυτό σας να διατηρήσετε και μετά την ε­πίσκεψή σας την ίδια αγαθή διάθεση και αγάπη που τρέφετε και τώρα απέναντί του, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο θα σας υποδεχθεί εκείνος.

Σε κάθε προστριβή με τον πλησίον σας εξετάστε πρώτα τον εαυτό σας. Ασκώντας αυστηρή αυτοκριτι­κή, σχεδόν πάντα θα διαπιστώνουμε πως αιτία τής δυσαρέσκειας είναι ο ίδιός μας ο εαυτός.

Μην προβάλλετε δικαιολογίες. Αποφεύγετε τις διενέξεις. Συμπεριφερθείτε με συγκατάβαση στον πλησίον σας, ανάλογα με το χαρακτήρα και την ηλι­κία του. Φανείτε με κάθε τρόπο παρήγοροι σε όλους και στον καθένα χωριστά.

Υπομένετε αγόγγυστα τους κακούς τρόπους του αδελφού σας, την αγανάκτησή του, την οργή του, τις απερισκεψίες του.

Όταν βλέπετε κάποιο αίσθημα αντιπάθειας προς τον πλησίον ν' αγγίζει την ψυχή σας, αγωνιστείτε να το διώξετε. Υποχρεώστε τον εαυτό σας να εξυπη­ρετήσει και να διακονήσει με κάθε τρόπο τον συγκεκριμένο αδελφό. Πιέστε τον εαυτό σας στην εξής προσευχή: «Κύριε, σώσε το δούλο Σου (τάδε) και με τις άγιες προσευχές του ειρήνευσε και τη δική μου ψυχή». Βλέποντας ο Κύριος αυτή την καλή σας προ­αίρεση, όχι μόνο θα ξεριζώσει από μέσα σας την αντιπάθεια, μα και θα σκορπίσει ανάμεσά σας την αγία Του αγάπη.

Οι φιλονικίες ταράζουν την ψυχή και μάς αποστε­ρούν την ειρήνη. Σε κάθε φιλόνικο λογισμό αντιπα­ραθέστε τη γλυκιά ευχή του Ιησού, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».

Μη θίγετε με τα λόγια σας την τιμή του πλησίον. Να χρησιμοποιείτε τη γλώσσα μόνο για να δοξάζετε το Θεό και για να λέτε λόγους ψυχωφελείς στους α­δελφούς σας. Αν θελήσετε να κακολογήσετε κάποι­ον, θυμηθείτε πρώτα τις δικές σας αμαρτίες – όλες εκείνες που κάνατε από τα νεανικά σας χρόνια μέχρι σήμερα -, κατηγορήστε τον εαυτό σας γι' αυτές και αποφύγετε έτσι την καταλαλιά. Μην ξεχνάτε ποτέ πώς η ενασχόληση με τα σφάλματα των άλλων απο­τελεί σοβαρό παράπτωμα.

Πολεμήστε με κάθε τρόπο το πάθος τού θυμού, και, με τη βοήθεια τού Θεού, αυτό θα υποχωρήσει. Αν τυχόν νευριάσετε ή οργιστείτε, είναι προτιμότερο να μην πείτε τίποτε. Απομακρυνθείτε ή, αν κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, κλείστε σφιχτά τα χείλη σας για να μην παταχθεί έξω η οργισμένη φλόγα που καιει στην ψυχή σας και αναστατώσει όλο σας το περιβάλλον. Η σιωπή και η προσευχή είναι το καλύτερο φάρμακο γι' αυτές τις στιγμές. Όταν η φλόγα του θυμού σβή­σει και η καρδιά σας γαληνέψει τότε μόνο μπορείτε να πείτε με ασφάλεια λόγους ωφέλιμους.

Αν εσείς γίνατε αφορμή να πικραθεί ο αδελφός σας, χρησιμοποιήστε κάθε τρόπο για να απαλλαγεί από τη λύπη που του δημιουργήσατε.

Παρατηρήστε τον εαυτό σας και θα διαπιστώσετε πώς μόνο τότε είστε αναπαυμένοι με όλα, όταν υπάρχει μέσα σας η υπομονή, η ταπεινοφροσύνη, η υπακοή, η αγάπη.

Η σωτηρία μας δεν βρίσκεται στην πολυλογία, αλλά στη σιωπή και στην άγρυπνη προσοχή τού εαυτού μας.

Μην κρίνετε ποτέ τον πλησίον σας, είτε ζει ενά­ρετα είτε ζει αμαρτωλά. «Συ τις ει ο κρίνων αλλό­τριον οικέτην; τω ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει σταθή­σεται δε· δυνατός γαρ εστίν ο Θεός στήσαι αυτόν» (Ρωμ. 14:4).

Σε κάθε περίσταση παραδοθείτε στο θέλημα του Θεού. Αυτό είναι το πλέον σωτήριο για σας.

Προσέχετε να μη δυσανασχετήσετε μπροστά σε οποιαδήποτε δυσκολία. Oι θλίψεις δεν παρουσιάζο­νται τυχαία στη ζωή μας, αλλά παραχωρούνται από την πρόνοια του Θεού, με σκοπό τον αγιασμό και τη σωτήρια μας. Γι' αυτό το σκοπό παραχωρήθηκε και στον Απόστολο Παύλο να βρεθεί μπροστά σε μύρι­ους κινδύνους: "Κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κιν­δύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις...» (Β' Κορ. 11:26).

Γνωρίζοντας αυτή την αλήθεια, μην ασχολείστε με το ποιος και γιατί σας αδίκησε. Θυμηθείτε μόνο πως χωρίς παραχώρηση Θεού κανείς δεν θα τολμούσε να σάς ακουμπήσει. Καλύτερα, λοιπόν, να ευγνωμονεί­τε τον Κύριο, γιατί οι δοκιμασίες που Αυτός επιτρέ­πει αποδεικνύουν πως είστε δικά Του παιδιά. Αυτός φροντίζει για σάς και με κάθε τρόπο σάς καθοδηγεί στη βασιλεία των ουρανών. «Ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός· τις γαρ εστίν υι­ός ον ου παιδεύει πατήρ;» (Εβρ. 12:7).

Στις στιγμές τής απελπισίας να θυμάστε πώς δεν σάς εγκατέλειψε ο Κύριος, αλλά μάλλον εσείς Τον λησμονήσατε.

Να τι σας συμβουλεύω για τις ώρες τής μοναξιάς σας: Να επικαλείστε ακατάπαυστα το όνομα τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Και βιάζετε σε τούτο το έργο τον εαυτό σας, όσο κι αν αυτός δυσφορεί και αντιδρά.

Η καχυποψία δεν αρμόζει σε χριστιανούς, γι' αυτό μην την αποδέχεσθε. Διάκριση μάλλον απαιτεί α­πό μάς ο Θεός και προσοχή και σύνεση. «Γίνεσθε φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί» (Ματθ. 10:16).

Να βαδίζετε πάντα τη μέση οδό. Τα άκρα σε καμιά περίπτωση δεν ωφελούν.

«Ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πραξ. 1:7). Αυτό ζήτησε ο Χριστός από τους Αποστόλους. Αυτό θέ­λει και από κάθε γνήσιο δούλο Του. Να μην πολυ­πραγμονεί δηλαδή για τα μελλοντικά (συντέλεια του κόσμου κ.ά.).

Σε όλη σας τη ζωή μην ξεχνάτε, πριν από κάθε σας ενέργεια, να ρωτάτε τον εαυτό σας: «Αυτό που προτίθεμαι να κάνω μήπως είναι αντίθετο στο θέλη­μα τού Θεού; Μήπως είναι επιζήμιο για την ψυχή μου; Μήπως είναι άδικο για τον αδελφό μου;» Αν μετά από μια τέτοια αυστηρή αυτοεξέταση η συνεί­δησή σας δεν διαμαρτύρεται, μπορείτε ακίνδυνα να πραγματοποιήσετε την επιθυμία σας. Αν όμως η συνείδησή σας ελέγχει, συγκρατηθείτε και αποφύγε­τε την εκτέλεσή της.

Να εργάζεστε προσεκτικά και χωρίς βιασύνη. Τό­τε όλα σας τα έργα θα στέφονται με επιτυχία.

Να θεωρείτε τον εαυτό σας ως τον πλέον αμαρτωλό και «έσχατον πάντων» (Α' Κορ. 15:8).

Κόσμημα και καλλονή όλων των αρετών είναι η ταπείνωση. Αυτή είναι για την ανθρώπινη ψυχή ό,τι είναι η βροχή για την ξεραμένη γη. Η αληθινή ταπεί­νωση έχει την αρχή της στον ταπεινό Ιησού Χριστό. «Μάθετε απ' εμού», μάς προτρέπει ο Κύριος, «ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11:29).

Σ' αυτή την αρετή αναπαύεται και ευαρεστείται ο Θεός. «Επί τίνα επιβλέψω;», λέει ο Ίδιος, «αλλ' ή ε­πί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου» (Ησ. 66:2).

Αλλά τι είναι ταπεινοφροσύνη;

Ταπεινοφροσύνη είναι το να λογαριάζεις τον εαυ­τό σου ως τον μεγαλύτερο αμαρτωλό, το να μην προσβάλλεις, να μην εξουθενώνεις και να μην κατακρίνεις κανέναν, αλλά να βλέπεις μόνο τις δικές σου αμαρτίες. Ταπεινοφροσύνη είναι το να μην επιζητείς επαίνους, πλούτη, δόξες και τιμές, θεωρώντας εντε­λώς ανάξιο τον εαυτό σου για κάτι τέτοια.

Ο ταπεινός άνθρωπος υπομένει με ανδρεία τις προσβολές, τις ύβρεις, τις κατηγόριες, πιστεύοντας βαθιά πως αυτά του αξίζουν. Σε όλους συμπεριφέρε­ται χαρούμενα. είναι πρόθυμος vα προσφέρει με α­γάπη τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε. Δεν δίνει καμιά σημασία στα καλά του έργα και πολύ περισσό­τερο δεν κάνει λόγο γι’ αυτά αν δεν υπάρχει ανάγκη.

Μια τέτοια ταπεινοφροσύνη εύχομαι, παιδιά μου, να σας χαρίσει ο Κύριος, γιατί αυτή θα σας ελευθε­ρώσει από τα δεσμά τής αμαρτίας και θα σάς οδηγή­σει στην αγάπη Εκείνου που "εταπείνωσεν εαυτόν μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού" (Φιλ. 2:8).

Oι πεδιάδες που βρίσκονται χαμηλά είναι σχεδόν πάντα εύφορες και καρπερές, ενώ τα ψηλά βουνό παραμένουν συνήθως άγονα. Και τα στάχυα που στέκονται όρθια είναι άδεια, ενώ όσα γέρνουν χαμη­λά είναι γεμάτα από σπόρους. Αποκτήστε λοιπόν κι εσείς καρδιά ταπεινή και θα πλουτίσετε με καρπούς πνευματικούς που θα εξασφαλίσουν τη σωτηρία σας.

Οι γόνιμες πεδιάδες ποτίζονται με τη βροχή που πέφτει από τον ουρανό και με τα νερά που κατεβαί­νουν από τα βουνά. Παρόμοια και οι ταπεινοί άνθρωποι δέχονται από τον ουρανό πλουσιοπάροχα τη χά­ρη του Αγίου Πνεύματος και υψώνονται πνευματικό σαν τα ψηλά βουνά. Αν λοιπόν και η δική σας ύπαρξη παραδοθεί ταπεινά στο θείο θέλημα και αποξενω­θεί από την αμαρτία, τότε θα σας επισκεφθεί το Ά­γιο Πνεύμα, ο Παράκλητος Θεός, και θα εγκαταστα­θεί μόνιμα στην ψυχή σας.

Ανταλλάξτε την αριστοκρατική σας καταγωγή με την τιμημένη δουλεία τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αντισταθείτε στην καλοπέραση και τη χλιδή, και μην υπερηφανεύεστε απέναντι στους αδελφούς σας. Ε­νώπιον τού Θεού είμαστε όλοι ίσοι. Άλλωστε ο Κύ­ριος με τα ίδια λόγια μάς καλεί όλους στην πνευματική Του τράπεζα: «Λάβετε φάγετε· τούτο εστι το σώ­μα μου... Πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο γαρ εστί το αί­μα μου το τής καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυ­νόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. 26:26-28).

Τον ευρύχωρο δρόμο ξεχάστε τον πλέον! Ο εύ­σπλαχνος Κύριος σας οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών μέσα από τη στενή πύλη. Ο εύκολος δρό­μος θα σάς οδηγήσει στην αιώνια καταστροφή. Δεν είναι, άλλωστε, τώρα καιρός για γλέντια και πανηγύ­ρια. Το Ευαγγέλιο μάς λέει πώς είναι «μακάριοι οι κλαίοντες vυν» (Λουκ. 6:21), όχι εκείνοι που γλε­ντούν και ξεφαντώνουν.

Αν ζητάτε από κάποιον κάτι, να το ζητάτε με την υπομονή της Χαναναίας (Ματθ. 15:21-28).

Φυλάξτε το στόμα σας από λόγια περιττά και α­νώφελα· ασκηθείτε στην προσευχή του Ιησού· εγκρατευθείτε· και ο Κύριος θα σάς περιβάλλει με το ανεκτίμητο δώρο τής αγάπης Του.

«Απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Μαρκ. 12:17). Καθώς, λοιπόν, το σώμα θα κινείται για τις αναγκαίες εργασίες, η καρδιά θα πρέ­πει να παραμένει ολόκληρη δοσμένη στο Θεό. Έτσι μόνο θα καταφέρουμε, μέσα σ' αύτή τη σύγχρονη Βαβυλώνα, να μην ξεχάσουμε τον αληθινό μας προορισμό, την άνω Ιερουσαλήμ.

Να αγαπάτε τον Κύριο και να προσεύχεστε με τη βεβαιότητα ότι Αυτός είναι ο Πατέρας σας.

Ταπεινωθείτε μπροστά σ’ όλους τούς αδελφούς σας, και ο Κύριος, ο καλός σας πατέρας, θα χαρεί για την ταπείνωσή σας και θα σας αγκαλιάσει με την αγάπη Του.

Αν τώρα δεν νιώθετε καμιά παρηγοριά από την προσευχή σας, να είστε σίγουροι πώς ο Κύριος σάς ετοιμάζει θείες παρηγοριές στο μέλλον. Συνεχίστε να προσεύχεστε ακούραστα, και σύντομα θ' απολαύσετε τη δική Του γλυκύτητα. «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον, και προσέσχε μοι και εισήκουσε της δεή­σεώς μου και ανήγαγέ με εκ λάκκου ταλαιπωρίας και από πηλού ιλύος και έστησεν επί πέτραν τούς πόδας μου και κατεύθυνε τα διαβήματά μου και ενέβαλεν εις το στόμα μου άσμα καινόν, ύμνον τω Θεώ υμών» (Ψαλμ. 39:2-4).

Όταν βλέπετε να σάς πολιορκούν η αθυμία, η με­λαγχολία, η οκνηρία και η ακηδία, τότε βιάστε την καρδιά και τα χείλη σας στο έργο τής προσευχής: «Κύριε, σώσον ημάς, απολλύμεθα» (Ματθ. 8:25). Σκεφθείτε πώς αυτές οι στιγμές τής οκνηρίας μπορεί να είναι οι τελευταίες τής ζωής σας... Σε λίγο ίσως θ' ακολουθήσει ο θάνατος... Και μετά η Κρίση του Θεού... Αφήστε, λοιπόν, κατά μέρος τη ραθυμία και τη ραστώνη.

Αν δεν απαρνηθεί ο άνθρωπος το δικό του θέλη­μα, δεν θα μπορέσει να βάλει αρχή στο έργο τής σω­τηρίας του ούτε, πολύ περισσότερο, να σωθεί. Γι' αυτό, παιδιά μου, ζητάτε από τον Κύριο να σάς βοηθή­σει για να κόψετε το θέλημά σας.

Για την ψυχική σας ωφελεία, υποταχθείτε τελείως ατά προστάγματα του ουρανίου Πατέρα μας, αγαπή­στε την ησυχία και ασκηθείτε στην αδιάλειπτη προσευ­χή τού Ιησού. Όσο ο Κύριος παραμένει στην καρδιά σας, τόσο θα αυξάνουν μέσα σας η υπομονή, η αγά­πη και η ταπείνωση.

Το μόνο που εύχομαι για την παρούσα ζωή σ' ε­σάς και στον εαυτό μου είναι η κάθαρση από τα πάθη μας. Παρακαλώ τον Κύριο να χρησιμοποιήσει οποιο­δήποτε μέσο, προκειμένου να ξεπλυθούν οι ανομίες μας - έστω κι αν αυτό θα είναι περιφρονήσεις τού κόσμου, ονειδισμοί και εξουθενώσεις, πράγματα δηλαδή που δύσκολα αποδέχεται η κοινή λογική. Στην πνευματική ζωή πρέπει να βαδίζουμε έχοντας οδηγό τις εντολές του Χριστού και όχι την ανθρώπι­νη λογική.

Ακόμα κι αν τα καλά μας έργα γίνονται στο όνομα τού Θεού, δεν είναι αυτά που πρωτίστως μάς σώζουν, αλλά το έλεος τού Θεού. Αυτό το θείο έλεος ας σκεπάζει κι εσάς, τούς φίλους μου, όλες τις ημέρες της ζωής σας. Όλοι σας, δίκαιοι και αμαρτω­λοί, στον φιλεύσπλαχνο Κύριό μας Ιησού Χριστό να καταφεύγετε και σ’ Αυτόν να στηρίζετε την ελπίδα σας, γιατί αυτή «η ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. 5:5).

Μην περιφρονείτε τούς λόγους μου και μην τούς νομίζετε δυσκολοεφάρμοστους. Για τον Κύριο και με τον Κύριο, τα δύσκολα γίνονται εύκολα και τα δυσά­ρεστα ευχάριστα. «Ο γαρ ζυγός αυτού χρηστός και το φορτίον αυτού ελαφρόν εστί» (πρβλ. Ματθ. 11:30).

Αντιμετώπιση αιρετικων

Αντιμετώπιση αιρετικων

Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Κάποτε μου ηρθαν δυό καθολικοί. Ο ενας ηταν ηλικιωμένος και ηξερε γράμματα. Ισως, να ηταν γραμματέας του Βατικανου η δημοσιογράφος. Δεν ξέρω ακριβως, δεν θέλησα να δείξω ενδιαφέρον μεγάλο. Μου λέει λοιπόν ο ενας: « Ελα να πουμε το Πάτερ ημων». «Για να το πουμε μαζί», του ειπα, «πρέπει να συμφωνουμε στο δόγμα». Όμως μεταξύ ημων και υμων χάσμα μέγα εστί. Υστερα μου λέει: «Μόνο οι ορθόδοξοι ειναι κοντά στο Θεό και μόνο αυτοί θα σωθουνε; Ο Θεός ειναι με ολο τον κόσμο». Ναι, του ειπα, εσύ μπορεις να μου πεις πόσος ειναι κοντά στο Θεό; Εχουμε λοιπόν διαφορές. Ειμαστε, φυσικά, παιδιά του ενός Πατέρα, αλλά μερικά μένουν στο σπίτι και μερικά γυρίζουν εξω».