Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ινα τι Κύριε αποστρέφης το πρόσωπόν σου απ΄εμου;

Εις την Κωνσταντινούπολιν ητον ενας ευλαβής νέος, γραμματικός ενός αρχοντος μάγου, χωρίς όμως να ηξεύρη ο νέος ότι ο αυθέντης του αυτός ητο μάγος. Εν μια δε των ημερων μετά την δύσιν του ηλίου καβαλλικεύσας ο αρχων και προστάξας τον νέον να τω ακολουθη εβγηκεν εξω της πόρτας του Κάστρου. Περιπατήσαντες δε εως οτου εγινε σκότος, εφθασαν εις ένα κάμπον και εκει βλέπουν ένα παλάτι μεγάλο. Κατέβη ο αρχων από το αλογον και ευθύς ελθόντες τινές από το παλάτιον εκεινο εκράτησαν το αλογον, ο δε αρχων εμβηκεν εις το παλάτιον, ηκολούθει δε και ο νέος κατόπιν.

Εκει βλέπει ένα μεγάλον αξιωματικόν οπου εκάθητο εις θρόνο υψηλόν, δορυφορούμενον από πολλούς υπηρέτας. Παρευθύς ο αξιωματικός εκεινος επρόσταξε και εφεραν αλλον θρόνον και εκάθησεν επάνω εις αυτόν ο αρχων, ο δε νέος εστέκετο οπίσω του θρόνου του αυθέντου του. Τότε αρχισε ο φαινόμενος εκεινος αξιωματικός να ερωτα τον αρχοντα φιλικως πως διάγει. Ο δέ αρχων απεκρίθη ότι τον ευχαριστει πολύ διά τας ευεργεσίας οπου του χαρίζει και τον ευτυχει και τον δοξάζει. Ο δε νέος τουτα ακούων εγνώρισεν ότι ο αξιωματικός εκεινος ηταν ο σατανας με τους υπηρέτας του δαίμονας και ότι ο αυθέντης του ητον μάγος. Μετά την ομιλίαν ερώτησεν ο σατανας. Αυτός δε ο οπισθέν σου στεκόμενος νέος, ποιος ειναι; Απεκρίθη ο μάγος και λέγει. Και αυτός δουλος σου ειναι αυθέντα μου. Τότε ερωτα και τον ιδιον νέον και του λέγει, δουλος μου εισαι νεανία; Ο δε ευλογημένος εκεινος ποιήσας το σημειον του Σταυρου απεκρίθη με γενναιότητα και αφοβία: «Δουλος ειμί Πατρός, Υιου και Αγίου Πνεύματος» και ομου με τον λόγον αφαντα εγιναν παρευθύς και παλάτια και θρόνοι και ο σατανας και οι υπηρέται του και αυτός ο ιδιος αρχων ο αυθέντης του. Αρπάσαντες γάρ αυτόν οι φίλοι του δαίμονες, σύσσωμον εκατέβασαν τον αθλιον εις το πυρ της κολάσεως και μόνος ευρέθη ο νέος εις την πεδιάδα εκείνην.

Επιστρέψας δε εις την πόλιν και ερωτώμενος περί του αυθέντου του τι εγινεν, απεκρίνατο, ότι εκατέβη σύσσωμος εις τον αδην. Μετά ημέρας τινάς προσεκολλήθη ο ιδιος νέος εις έναν επαρχον του Βασιλέως και γίνεται και τούτου γραμματικός. Ο δε επαρχος με το να ητον πολλά ευλαβής και θεοφοβούμενος, ειχε συνήθειαν και κάθε βράδυ αφ΄ου ετελείωνε τάς βασιλικάς υπηρεσίας, ανεγίνωσκε τον εσπερινόν εις το παρεκκλήσιον οπου ειχε εν τω οικω του. Εν μια δε των ημερων, ψαλλόντων τον εσπερινόν του επάρχου και του γραμματικου, εβλεπεν ευλαβως ο επαρχος εις την Εικόνα του Δεσπότου Χριστου και ω του θαύματος! Βλέπει την αγίαν Εικόνα οπου ειχε τους οφθαλμούς ατενίζοντας εις τον γραμματικόν. Κράζει τον εις το μέρος οπου εστέκετο ο γραμματικός και εβλεπε πάλιν τον Δεσπότην Χριστόν οπου εγύρισε τους οφθαλμούς του και εβλεπε τον νέον ακλινως. Τότε κατανυχθείς την καρδίαν ο επαρχος και θαυμάζων το γεγονός, πίπτει κατά πρόσωπον εμπροσθεν της αγίας Εικόνας μετά δακρύων λέγων: « Ινα τι Κύριε αποστρέφης το πρόσωπόν σου απ΄εμου; Εγώ θαρρω ότι οσα υπάρχοντα μοί χάρισες κατά το θέλημά σου τά οικονομω και αλλα ομοια». Τότε, ω των θαυμασίων σου Χριστέ Βασιλευ! Ακούει φωνήν προελθουσαν από την εικόνα του Δεσπότου Χριστου και λέγουσαν: «Ναι και σοί ευχαριστω ότι οσα σοι εχάρισα κατά το θέλημά μου διοικεις και οικονομεις, εις τουτον όμως ειμαι χρεώστης, διότι εις κίνδυνον ζωης ευρισκόμενος δεν με αρνήθη αλλά αφόβως ωμολόγησε το ονομά μου και τους εχθρούς μου κατήσχυνε και ηφάνισεν».

Αγιος Νικόδημος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου